Χρ. Ζώης (με νόημα): "Μόνο ο Καραμανλής μπορεί να συγκεντρώσει τους 180. Και περισσότερους..."

ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ: Ο (γνωστός) Ανωμερίτης έκανε διαγωνισμό 200 εκατ. ευρώ στον ΟΛΠ μόνο με ...μία εταιρεία!

«Με απείλησε ότι θα μου κόψει το πόδι με πριόνι!» Πού είχε πάει το προηγούμενο βράδυ ο Νικολόπουλος

 

2 Μαρτίου 2011

O ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ ΑΠΑΝΤΑΕΙ ΜΕΣΩ ΤΟΥ PRESS-GR...

Από τον Διονύση Σαββόπουλο

Με υπόδειξη φίλων διάβασα xθες στην PRESS-GR/ΔΗΜΑΓΩΓΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΕΦΘΑΡΜΕΝΗ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ όπως αυτοαποκαλείται, επιστολή ανάλογης έπαρσης και φιλαρέσκειας, από την άγνωστη σε ‘μενα - κι ούτε θέλω να τη μάθω - Δανάη Παναγιωτοπούλου κι αναγούλιασα.
Μολονότι κοντεύω πια τα εβδομήντα, μετά κόπου συγκρατώ τα νεύρα μου απέναντι σε ελεεινές και κατάφορα άδικες επιθέσεις και δεν θα ‘πρεπε να απαντήσω καν. Όμως η συκοφαντική επιστολή τής ας πούμε κυρίας Δανάης, εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εισαγγελέα.
Ανάγκη να βάλω ένα - δυο πραγματάκια στη θέση τους.
Όταν είπα στη Μαρία Χούκλη ότι «μας δωροδοκούσαν» χρησιμοποίησα τον πληθυντικό για να συμβάλλω, αλληλέγγυος, στην αυτογνωσία και αυτοσυνειδησία μας. Δεν έχω πάρει ποτέ ούτε δραχμή απ’ το Υπουργείο Αμύνης όπως ψευδέστατα ισχυρίστηκαν οι συκοφάντες μου . Και ενώ είχα φυσικά, δικαίωμα αμοιβής, έπαιξα δωρεάν για τους φαντάρους τότε, ακριβώς για να μη μπερδευτώ με τα σκατά, πράμα που εντέλει δεν απέφυγα, διότι ξεσήκωσαν σαχλό θόρυβο οι κιτρινιάρες εφημερίδες εκείνης της εποχής, ότι δήθεν τα πήρα.
Επενέβει ο εισαγγελέας, «έσκαψε» επί μήνες και εντέλει με αθώωσε, πανηγυρικά μπορώ να πω, αφού το ανακοίνωσαν όλα τα ραδιόφωνα. Φαίνεται ότι μερικοί υποανάπτυκτοι έκαναν πως δεν...
 άκουσαν.
Γράφει επίσης αυτή η Παναγιωτοπούλου, ότι «με εξαγόρασε η καθεστηκυία τάξη».
Τον κακό της τον καιρό.
Σαράντα έξι χρόνια δε ζήτησα ποτέ καμία επιδότηση από κανένα υπουργείο. Σιχαίνομαι τους κρατικοδίαιτους καλλιτέχνες. Μελαγχολώ με την επιχορηγούμενη τέχνη.
Τραγουδούσα πάντοτε όπως αισθανόμουν και όπως σκεπτόμουν, ανεξάρτητα απ’ το όποιο προσωπικό κόστος, όχι επειδή είμαι τάχα ανώτερος, αλλά επειδή δεν μπορώ να κάνω αλλιώς τη δουλειά μου. Σαράντα έξι χρόνια τώρα, παρ’ όλα τα φριχτά μου ελαττώματα και τις αδυναμίες, ήρθα σε σύγκρουση όταν χρειάστηκε, όχι μόνο με τη Χούντα αλλά και με τις λογοκρισίες των κομματικών γραφείων και με περισπούδαστους δημοσιογράφους, κάποιες φορές μάλιστα και με το ίδιο το αξιότιμο κοινό.
Ξέρετε άραγε πολλούς που να διακινδύνευσαν τέτοια πράγματα για την ελευθερία της έκφρασής τους; Αν ήθελα να ‘μαι το «καλό παιδί» και να τραγουδώ μόνο ότι «συμφέρει», σιγά το δύσκολο, θα με αποθεώνατε ανοήτως ακόμη· και όλοι θα ‘μασταν ευχαριστημένοι και ηλίθιοι.
Στην κρίση που περνάμε, κανείς δεν έχει δικαίωμα να λέει ότι η κρίση δεν τον αφορά και ότι ως συνήθως φταίνε μόνο και πάλι οι άλλοι. Διότι αυτός που δεν έκοψε απόδειξη κι αυτός με το αυθαίρετο κι αυτός που «έσπρωξε» για να διοριστεί το παιδί του, ενθαρρυνθήκανε εντέλει να συνδιαμορφώσουν λιγουλάκι κι αυτοί, την κόλαση που ζούμε τώρα.
Αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι συμφωνώ με το «μαζί τα φάγαμε», διότι η ευθύνη ανήκει σ’ αυτόν που είχε την δυνατότητα της πρόβλεψης. Κι ενώ την είχε, την παραμέρισε, μα από αδυναμία χαρακτήρος; Μα από κυνισμό; Μα από ιδιοτέλεια; Αδιάφορο.
Όταν η τράπεζα τραβούσε τον κόσμο απ’ το μανίκι να του δώσει δάνεια που δεν εξοφλούνται, δεν έφταιγε ο ανθρωπάκος που πήρε το δανειάκι· έφταιγε η τράπεζα. Όταν βούλιαζαν οι ΔΕΚΟ δεν έφταιγε ο υπάλληλος· έφταιγαν οι κυβερνήσεις και οι εργατοπατέρες. Όταν κάποιος αγρότης αγόραζε Καγιέν ή τα ‘τρωγε με τις Ρωσίδες, δεν έφταιγε ο αγρότης· έφταιγαν οι μαφίες που μοίραζαν τις επιδοτήσεις για τη μίζα τους.
Και για τις πελατειακές σχέσεις των κομμάτων εξουσίας χρόνια τώρα, δεν έφταιγε βέβαια ο ψηφοφόρος αλλά εκείνοι οι πολιτικοί που τον κηδεμόνευαν.
Αυτά εννοούσα όταν έλεγα «μας δωροδοκούσαν». Το ρήμα μπορεί να μην είναι ακριβές για όλες τις επιμέρους περιπτώσεις, διότι μιλώ πάντα σαν καλλιτέχνης και το είπα συμβολικά. Όλοι το καταλαβαίνουν αυτό, εκτός από μερικούς πνευματικούς κάφρους. Αν και είμαι βέβαιος, ότι κι αυτοί το καταλαβαίνουν αλλά βρήκαν την ευκαιρία να εφαρμόσουν πάλι την ναζιστική συνταγή του Γκαίμπελς: «Συκοφαντείτε, συκοφαντείτε, όλο και κάτι μένει».
Μ’ αυτόν τον συγκεκριμένο φασισμό να δούμε τί μέλλει γενέσθαι.
Ο καθένας είναι ελεύθερος να διαφωνεί με το περιεχόμενο των τραγουδιών μου ή των συνεντεύξεών μου. Αυτό δεν του δίνει το δικαίωμα να διαδίδει συκοφαντικά ότι τάχα η έκφρασή μου δεν είναι πράξη ελεύθερης βούλησης αλλά εξαγορασμένης συνείδησης.
Κι όποιος το διαδίδει ενώ ξέρει ότι είναι ψέμα, είναι ή φασίστας ή επηρμένο τσογλάνι.
Δημοσίευση σχολίου